Γιώργος Μπάτης, ο επιτήδειος δημιουργός του ρεμπέτικου

Χωρίς σχόλια Share:

Σαν εξέχουσα μορφή του ρεμπέτικου τραγουδιού, ο Γιώργος Μπάτης είναι σχετικά γνωστός. Δυστυχώς δεν είναι τόσο γνωστός και για μια σειρά από άλλες ιδιότητες, όπως το ότι αποτέλεσε βασικό σύνδεσμο ανάμεσα στην παλαιά φρουρά της ανώνυμης δημιουργίας, των μουσικών από την Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη και των μουσικών του εκκολαπτόμενου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού όπως το γνωρίσαμε αργότερα. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς στο ρεμπέτικο τραγούδι, με τον σχεδόν μυθιστορηματικό τρόπο ζωής του που περιγράφεται στα τραγούδια του και στα τραγούδια συναδέλφων του όπως και με τον σχηματισμό ενός εμβληματικού μουσικού σχήματος στο οποίο συμμετείχαν μεγάλες μορφές του χώρου και ηχογράφησαν πλήθος ιστορικών τραγουδιών διαδίδοντας ένα νέο μουσικό στυλ.

Υπάρχουν κάποιες αντικρουόμενες απόψεις για το που και πότε γεννήθηκε ο Γιώργος Τσορός, πιο γνωστός με το ψευδώνυμο Μπάτης ή Αμπάτης. Κατά μια εκδοχή γεννήθηκε στον Πειραιά το 1890, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στα Μέθανα (Παλιά Λουτρά ή Κάτω Μούσκα) το 1886 ή το 1887 και όταν ήταν σε ηλικία 8 ετών η οικογένεια του μετακόμισε στον Πειραιά.

Διχασμός απόψεων υπάρχει επίσης σχετικά με το πώς απέκτησε το ψευδώνυμο Μπάτης. Μια εκδοχή είναι ότι κάποιοι πρόγονοί του είχαν συνδεθεί οικογενειακά με τον Ιωσήφ Αμπάτη, ο οποίος ήταν ταγματάρχης στο στρατό του Charles Nicolas Fabvier που έχτισε το κάστρο των Μεθάνων το 1826. Μετά της απελευθέρωση, το Ελληνικό κράτος είχε δωρίσει στον Ιωσήφ Αμπάτη μια μεγάλη έκταση γης στην Καλλονή, ως αμοιβή για την προσφορά του προς το ελληνικό έθνος. Ο Γιώργος Τσορός υιοθέτησε το Αμπάτης σαν επίθετο, το οποίο σύντομα για λόγους ευκολίας προφοράς έγινε Μπάτης. Μια άλλη εκδοχή θέλει τον πατέρα του Θανάση Τσορό, ο οποίος ήταν εργάτης στον οικοδομικό κλάδο, να έδενε το μεροκάματό του σε ένα δισάκι και να το ανεμίζει στην ακροθαλασσιά λέγοντας «αν δεν σας φάω απόψε μέχρι τέλους, να με πάρει ο μπάτης» (Μπάτης ονομάζεται ο άνεμος που φυσά από τη θάλασσα προς την ξηρά κατά τους θερινούς μήνες).

Ο Μπάτης υπηρέτησε στο στρατό από το 1909 ως το 1919. Διάστημα μεγάλο, αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητο εκείνη την ταραγμένη εποχή (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός κλπ.). Παραμένει άγνωστο το τι έκανε στα νεανικά του χρόνια πριν τη στράτευση, με τι επαγγέλματα καταπιάστηκε, αν πήγε σχολείο και για πόσο ή πότε ακριβώς ξεκίνησε η ενασχόληση του με τα μουσικά όργανα. Όμως όντας εκ φύσεως ατίθασος, απείθαρχος και χιουμορίστας ολκής, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της θητείας ήταν στα στρατιωτικά πειθαρχεία, όπου μάλλον ήταν το μέρος που ήρθε σε επαφή με την μουσική, μαθαίνοντας μπαγλαμά (συνηθιζόταν το συγκεκριμένο όργανο γιατί ήταν βολικό λόγω μεγέθους).

Μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας, και στην προσπάθειά του να επιβιώσει, ο Μπάτης άσκησε πλήθος επαγγελμάτων. Εργάστηκε ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, των κάλων των ποδιών και διαφόρων ασθενειών, εμπειροτέχνης οδοντίατρος, πωλητής διαφόρων προϊόντων, ενεχυροδανειστής κ.α. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 άνοιξε το χοροδιδασκαλείο «Κάρμεν» στο ισόγειο του σπιτιού του. Στο χώρο αυτό, που διαφημιζόταν με ταμπέλα και φειγ βολάν, διδάσκονταν «Νότες, μπουζούκι, μπαγλαμάς, ευρωπαϊκοί χοροί, ταγκό, ζεϊμπέκικο, τσιφτετέλι κλπ.» ενώ ταυτόχρονα ήταν ένα εξαιρετικό στέκι για χρήση χασίς (δεν είχε νομοθετηθεί ακόμα η απαγόρευση την κατοχής, χρήσης και καλλιέργειας της ινδικής κάνναβης) όπου οι διάφοροι καβαλιέροι με το παράγγελμα του Monsieur George Baté: «Changer la Dame pour Nargile», παράταγαν τις ντάμες τους και μεταφέρονταν στην πίσω αυλή για τα περαιτέρω. Επίσης ο Μπάτης λειτούργησε κατά καιρούς πλήθος από καφενεδάκια τα οποία άνοιγε και έκλεινε, με πιο γνωστό το «Καφενείον Ζώρζ Μπατέ» το 1931 στα Λεμονάδικα (ακτή Τζελέπη). Το καφενείο βρισκόταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο γεμάτο μικρομάγαζα σε δαιδαλώδεις διαδρόμους. Το καφενείο λειτούργησε ως το 1937 οπότε και το οικοδομικό τετράγωνο καταστράφηκε σε πυρκαγιά.

Η αγάπη του για τον μπαγλαμά, το μπουζούκι και τις διάφορες αυτοσχεδιαστικές παραστάσεις, που έστηνε στο καφενείο του ο Μπάτης το οδήγησαν στο να γίνει στέκι διαφόρων ερασιτεχνών μουσικών και όχι μόνο της εποχής, όπως ο τότε εκδοροσφαγέας Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο μπουζουκτσής Ανέστης Δελιάς, ο Μουφλουζέλης, ο γερο-Κερομύτης (πατέρας του Στέλιου Κερομύτη), και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης και διαφορες εμβληματικές φυσιογνωμίες του ιστορικού πλαισίου της περιοχής όπως ο Σκριβάνος, ο Μανέτας, ο Μιμίκος ο μπογιατζής, ο Σκούρτης ο τυπογράφος, και ο νεαρός τότε Νίκος Μάθεσης (Νίκος ο τρελάκιας). Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί με κάποιους ακόμη, αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα του Πειραιώτικου ρεμπέτικου, που με αιχμή του δόρατος την λεγόμενη «τετράδα την ξακουστή» – Βαμβακάρης, Μπάτης, Δελιάς, Παγιουμτζής – ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’30 εμφανίσεις στα μικρά μαγαζιά της Πειραϊκής, του Τουρκολίμανου, του Χατζηκυριάκειου και της Δραπετσώνας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο σχήμα ήταν η πρώτη οργανωμένη μουσική απόπειρα με την οργανική σύνθεση που αργότερα χαρακτήρισε το κλασσικό ρεμπέτικο σχήμα – κιθάρα, μπαγλαμάς, μπουζούκι, μπουζούκι. Οι μέχρι τότε δημώδεις ορχήστρες έπαιζαν με βιολί, σαντούρι, κιθάρα, και κάποιους άλλους συνδυασμούς, αλλά χωρίς μπουζούκια και μπαγλαμάδες.

Το 1932 ύστερα από ενέργειες του Μ.Βαμβακάρη ώστε να προσεγγίσει δισκογραφικές εταιρίες, ο Μπάτης ηχογραφεί με την «Τετράδα την Ξακουστή» στο στούντιο του Περισσού τα τραγούδια «Μπάτης ο δερβίσης» και «Σου ‘χει λάχει», και άλλα δύο ο Μ.Βαμβακάρης το «εφουμέρναμε ένα βράδυ» και το «ταξίμι σερφ».

Οι ηχογραφήσεις αυτές, υπήρξαν καθοριστικές για την εξέλιξη του νεότερου λαϊκού τραγουδιού των πόλεων. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε επίσης και η μεγάλη εμπορική επιτυχία που είχε στην Ελλάδα το ηχογραφημένο στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1932 «Μινόρε του τεκέ»  από τον Ιωάννη Χαλκιά (Jack Gregory). Το αυτοσχεδιαστικό καθ’ όσον φαίνεται αυτό κομμάτι, αποτέλεσε και εναρκτήριο λάκτισμα για πολλούς Έλληνες μουσικούς ώστε να ασχοληθούν με το μπουζούκι και την αύξηση του ενδιαφέροντος του κόσμου για την μουσική αυτή (και συνεπώς και των δισκογραφικών εταιριών).

Υπάρχει πλήθος φοβερών ιστοριών που σχετίζονται με το πρόσωπο του Μπάτη, αλλά γνώμη του γράφοντος είναι ότι τουλάχιστον μία που σχετίζεται με το τραγούδι «Ο μπουφετζής»(1935) χρήζει αναφοράς.
Το γνωστό και πολυτραγουδισμένο αυτό κομμάτι, έχει ακριβώς την ίδια μελωδία με ένα αμερικανικό δημώδες τραγούδι της ταβέρνας «How Dry I Am», το οποίο με τη σειρά του ήταν βασισμένο σε κάποιον από τους «ύμνους του ευαγγελίου»- Gospel Hymns, U.S.A 1891.
Η μελωδία αυτή χρησιμοποιήθηκε και από τον Charlie Chaplin σε ταινίες βουβού κινηματογράφου το 1914 από όπου και πιθανότατα ο Μπάτης την άκουσε, ή κατά μια άλλη υπόθεση από κάποιον Αμερικανό ναυτικό στον Πειραιά.
Το τραγούδι γνώρισε δύο επανεκτελέσεις σε δίσκους 78 στροφών.
Μία με τον Γ.Παπαϊωάννου, την Σ.Μπέλου και τον Σ.Περπινιάδη – Colubia 1948, στο όνομα Γ.Μπάτη-Γ.Παπαϊωάννου – και μία με την Έλλη Σωφρονίου πλαισιωμένη από χορωδία, με τίτλο «Aρχόντισσα» (ODEON 1947, Στο όνομα Σπ.Περιστέρη-Π.Οικονόμου-Γ.Μπάτη).
Η τελευταία εκτέλεση ήταν μια παραλλαγή του «μπουφετζή» στην οποία είχε επέμβει μουσικά (εμφανως) ο Σπ.Περιστέρης, και είχε γράψει νέους στίχους ο Μ.Μάτσας χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Π.Οικονόμου.

Σε όλη την δεκαετία του ’30 ο Μπάτης εξάσκησε το επάγγελμα του μουσικού, παίζοντας με την τετράδα την ξακουστή σε διάφορα πάλκα της εποχής. Για άγνωστους λόγους δεν ενδιαφέρθηκε να αναπτύξει ιδιαίτερα την δισκογραφική του παρουσία όπως άλλοι συνάδελφοί του. Ηχογράφησε σε δίσκους 78 στροφών μόλις 16 τραγούδια. Μετά την εφαρμογή της μεταξικής λογοκρισίας του 1937 του προτάθηκε να ξαναηχογραφήσει τα τραγούδια του αλλά αρνήθηκε, ίσως βαρέθηκε αναλογιζόμενος τις κουραστικές διαδικασίες της ηχογράφησης οι οποίες δεν ταιριάζανε με τον ατίθασο χαρακτήρα του.

Στη δεκαετία του ’50 ο Μπάτης άνοιξε άλλο ένα καφέ-ουζερί, με ζωντανή μουσική στην οδό Αλιπέδου, στον Πειραιά. Όπου έπαιζαν ο ίδιος, ο γιός του Θανάσης Τσορός (πέθανε πριν τον Μπάτη), ο Χρηστάκης και ο κιθαρίστας Νίκος Ξαγοράκης. Εκείνη την εποχή τον εντόπισε ο Αλέκος Σακελλάριος και του έδωσε έναν ρόλο στην ταινία του «οι παπατζήδες» όπου υποδύεται «τον έχοντα το γενικό πρόσταγμα σε αυτοσχέδια μπαρμπουτιέρα», μαζί με τον Ν.Σταυρίδη και τον Πέτρο Γιαννακό.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τριγύριζε στα ταβερνάκια και τα καφενεία του Πειραιά παίζοντας για τις παρέες. Ακόμα και η εμφάνισή του ήταν πάντα άριστη, εις ανάμνηση της παράδοσης των κουτσαβάκηδων του περασμένου αιώνα. Φορούσε πάντα τα μαύρα, γυαλιστερά, ψηλοτάκουνα στιβάλια του, μαύρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο, το χειμώνα μακρύ μαύρο παλτό, επιμελημένο μουστάκι και κόμη, και φυσικά μαύρο σκληρό καπέλο. Διατηρούσε συλλογή μουσικών οργάνων στα οποία υπήρχαν 5 μπουζούκια, μια κιθάρα, μια λατέρνα και 17 μπαγλαμάδες , σε άλλες πηγές αναφέρεται μικρότερος αριθμός , με ονόματα γραμμένα στην κεφαλή τους. Είχε δωρίσει μερικούς μπαγλαμάδες σε πρόσωπα που εκτιμούσε, ενώ σε μια φωτογραφία εμφανίζεται κρατώντας ένα ukulele , παραδοσιακό χαβανέζικο κιθαρόνι.

Αν και ήταν παρορμητικός και χειμαρρώδης χαρακτήρας, υπήρξε οικογενειάρχης και αγωνίστηκε σκληρά για την ανατροφή των παιδιών και των εγγονιών του. Παντρεύτηκε το 1908 την Σωτηρία Χαλόφτη, η οποία πέθανε το 1912 αφήνοντάς του τα δυο μικρά παιδιά τους Ευθυμία (1909-1980) και Θανάση (1910-1965). Ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε άλλες δυο κόρες, την Αλίκη και τη Θεοδώρα.

Τα δισκογραφικά του δείγματα μας έδωσαν αρκετά λαογραφικά στοιχεία, κάποια ακατέργαστα διαμάντια της ελληνικής δισκογραφίας και τον αλέγρο χαρακτήρα, την ιδιαίτερη φωνή και ένα ωραιότατο παίξιμο μπαγλαμά. Ήταν ενστικτώδης γνώστης των ρυθμών και των μουσικών δρόμων, όπως και οι περισσότεροι λαϊκοί δημιουργοί του ρεμπέτικου. Πέρασε στα λιγοστά τραγούδια του ενδιαφέροντα μουσικολογικά στοιχεία όπως το καμηλιέρικο ζεϊμπέκικο, που σπάνια συναντιέται στη δισκογραφία του ρεμπέτικου. Στη στοιχουργική του περιγράφει με αμεσότητα περιστατικά της ζωής του, της παρέας του, τους χώρους που κινήθηκε, δίνει σημαντικά λαογραφικά στοιχεία, για επαγγέλματα, τον Πειραιά και όμορες περιοχές του καθώς και περιγράφει τις σχέσεις του με την εξουσία. Κάποια από τα τραγούδια του εξακολουθούν να παίζονται ως μέρος του ρεπερτορίου σύγχρονων ερμηνευτών του λαϊκού τραγουδιού. Αποτέλεσε έμπνευση για το τραγούδι «Επιάσανε τον Μπάτη» του Α.Σαββίδη και Γ.Ροβερτάκη.

Έφυγε από τη ζωή στις 10 Μαρτίου του 1967 στο σπίτι του όπου ήταν καθηλωμένος τον τελευταίο χρόνο, λόγω γήρατος, άσθματος και βαθιάς θλίψης από τον θάνατο του γιού του. Είχε εκφράσει εμμέτρως σαν τελευταία επιθυμία του να ταφεί συντροφευμένος από τον μπαγλαμά του, όπως και έγινε.

Παραπομπές
1. Προηγούνται χρονικά το 1931 οι ηχογραφήσεις δυο τραγουδιών των Μανέτα/Σπαχάνη με μπουζούκι και σαντούρι.
2. Το θρυλικό «μινόρε του τεκέ» αποτέλεσε εκτός των άλλων και την βάση πάνω στην οποία γράφτηκε το επίσης θρυλικό τραγούδι «το μινόρε της αυγής».
Βιβλιογραφία
Πετρόπουλου Ηλία, «Ρεμπέτικα Τραγούδια», Κέδρος 1991
Σχορέλη Τάσου, «Ρεμπέτικη Ανθολογία», Πλέθρον 1992
Κουνάδη Παναγιώτη, «Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας» ΜINOS-EMI 1995
Ιστοσελίδες
http://rebetiko.sealabs.net
http://www.koutouzis.gr
http://www.sansimera.gr/biographies/353
http://www.rembetiko.gr

πηγή:www.historical-quest.com

galatsinews.gr 26-08-2019

Προηγούμενο Άρθρο

Σαν σήμερα – 26 Αυγούστου. Γεγονότα που σημάδεψαν τον κόσμο

Επόμενο Άρθρο

Πολλά κρούσματα και ένας θάνατος από ηλεκτρονικό τσιγάρο προκαλούν ανησυχία

Δείτε επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.